Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ 15-10-2017


ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Κυριακή 15-10-2017

Η Αγία Γραφή απευθύνεται σήμερα σε όλους,
και σε όλους λέει είσαι πολύτιμος,
ιδιαίτερα σε κείνους που οι πολλοί δεν υπολογίζουν.

Αυτή η Κυριακή είναι αφιερωμένη στην Αγία Γραφή. Η Εκκλησιαστική παράδοση, μέσα από την Ευχαριστιακή Σύναξη της Κυριακής, προσφέρει στη μελέτη μας δύο επεισόδια: το πρώτο, από την Παλαιά Διαθήκη και πιο συγκεκριμένα από το βιβλίο του Νεεμία (Νε 8, 2-10 ) και το δεύτερο από την Καινή Διαθήκη από το κατά Λουκά Ευαγγέλιο (Λκ 1,1-4; 4,14-22). Και τα δύο Αναγνώσματα αναφέρονται στην Αγία Γραφή και μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε, όχι μόνο τη σπουδαιότητά της, αλλά και κατά κάποιο τρόπο το πώς συντάχθηκε.

Το πρώτο Ανάγνωσμα (Νε 8, 2-10) περιγράφει μια τελετή δημόσιας ανάγνωσης αυτού που εμείς ονομάζουμε Πεντάτευχο και οι Εβραίοι Νόμο, που έγινε με την καθοδήγηση του Έσδρα και του Νεεμία, τον πέμπτο π.Χ. αιώνα, μπροστά στα ερείπια της Ιερουσαλήμ.
Το 586 π,Χ. το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο τμήμα του Ιουδαϊκού λαού, είχε εκτοπιστεί από το νικητή βασιλιά των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορα στη Μεσοποταμία. Η αιχμαλωσία στη Βαβυλωνία κράτησε 48 χρόνια (586-538 π.Χ.). Με διάταγμα του Πέρση βασιλιά Κύρου τους επιτράπηκε να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Στη γη της εξορίας οι Ιουδαίοι συνειδητοποίησαν ότι είχαν χάσει κάθε τι που τους έδινε μια ταυτότητα, εκείνο που τους απέμενε ήταν μόνο το θρησκευτικό τους πιστεύω που ήταν καταγεγραμμένο στις θρησκευτικές τους παραδόσεις. Αλλά και αυτές κυκλοφορούσαν κατακερματισμένες σε πολλές προφορικές και γραπτές συλλογές. Αυτές, λοιπόν, τις παραδόσεις τις συνέλεξαν, τις οργάνωσαν και τις κατέγραψαν. Σε αυτές τις παραδόσεις εκφραζόταν η πίστη τους ότι ο Θεός τούς διάλεξε και, από περιπλανώμενες ομάδες που ήταν, τους διαμόρφωσε σε “λαό” και μαζί του έκλεισε μια συμφωνία φιλίας. Τη συμφωνία αυτή εκείνοι δεν την τήρησαν και ιδού το κατάντημά τους. Ο Θεός, όμως, δεν τους εγκατέλειψε και ακόμη ενεργεί για τη σωτηρία τους.
Τώρα, λοιπόν, εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο της ιστορίας τους, συνάχθηκαν μπροστά στα ερείπια της Ιερουσαλήμ για να ακούσουν το Νόμο (τη σημερινή Πεντάτευχο), να συνειδητοποιήσουν την ταυτότητα τους, να νοιώσουν ανανεωμένη την ενότητά τους ως λαός και να έχουν ένα οδικό χάρτη προς το μέλλον τους.



Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Λκ 1,1-4 ; 4,14-22). που είναι η εισαγωγή τού, κατά Λουκά, Ευαγγελίου, διαβάζουμε: «Εντιμότατε Θεόφιλε, επειδή πολλοί προσπάθησαν να συντάξουν μια διήγηση για τα γεγονότα που συνέβηκαν ανάμεσά μας, θεώρησα κι εγώ καλό, αφού ερεύνησα όλα τα γεγονότα από την αρχή και με ακρίβεια, να σου τα γράψω με τη σειρά, για να βεβαιωθείς ότι τα όσα διδάχθηκες είναι αυθεντικά». Με αυτές τις γραμμές ο Ευαγγελιστής μας δίνει τη μεθοδολογία που εργάστηκε και το σκοπό για τον οποίο αποφάσισε να εκπονήσει αυτό το έργο. Περιγράφοντας τη μέθοδό του ο Ευαγγελιστής μάς κάνει να δούμε σε υδατόσημο, σε γενικές γραμμές, το πώς συντάχθηκε ένα μέρος της Αγ. Γραφής, εκείνο που ονομάζουμε Καινή Διαθήκη.

Ας δούμε, λοιπόν, τη διαδικασία. Υπάρχει το ιστορικό γεγονός, ο Ιησούς και το έργο του. Οι αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται από στόμα σε στόμα τα διάφορα γεγονότα της ζωής του Ιησού, με ιδιαίτερή φροντίδα για εκείνα που περισσότερο από άλλα τους έπεισαν ότι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Υπάρχουν και εκείνοι που πίστεψαν στον Ιησού, χωρίς να τον έχουν γνωρίσει άμεσα, αλλά μόνο από τη μαρτυρία εκείνων που τον γνώρισαν και οι οποίοι, με τη σειρά τους, διηγούνται γεγονότα από τη ζωή του που άλλοι τους διηγήθηκαν και τους έπεισαν ότι, ο Ιησούς, είναι ο Μεσσίας που περίμεναν. Άλλοι έκαναν μικρές ή μεγάλες θεματικές συλλογές από λόγια και έργα του Ιησού, ως πυξίδες συμπεριφοράς. Κάποια στιγμή όλες αυτές οι προφορικές παραδόσεις ή γραπτές συλλογές, συγκεντρώνονται από τους ευαγγελικούς συγγραφείς, οι οποίοι προσθέτουν και τις τυχόν προσωπικές τους εμπειρίες ή πληροφορίες, και με τον τρόπο που τις οργανώνουν δίνουν και τη δική τους μαρτυρία για το τι ήταν εκείνο που τους έπεισε ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, ώστε και οι επόμενες γενεές να επωφεληθούν από το έργο του.
Ως προς τη μεθοδολογία του, ο συγγραφέας των Ευαγγελίων δεν διαφέρει από τους ιστοριογράφους της εποχής του. Διαφέρει στο γεγονός ότι, συνάμα με τη συγγραφή του έργου, δεν δίνει μια ξερή περιγραφή γεγονότων, αλλά και μια προσωπική μαρτυρία. Τα Ευαγγέλια ήταν και είναι μια ομολογία πίστεως, βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα .
Το όνομα του αποδέκτη Θεόφιλε, στο οποίο ο συγγραφέας αφιερώνει το έργου του, δεν φαίνεται να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά όποιον θα ήθελε να γνωρίσει τα ιστορικά θεμέλια της πίστης των μαθητών του Ιησού ή της πίστης του, αν είναι ήδη μαθητής του Ιησού.

Το σημερινό επεισόδιο που περιγράφει ο Ευαγγελιστής, μας προσφέρει, ακόμη, και το λόγο για τον οποίο εμείς οι σημερινοί μαθητές, όπως και οι τότε μαθητές, διαβάζουμε την Παλαιά Διαθήκη.
Ο Ευαγγελιστής, λοιπόν, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια μια τελετή στη συναγωγή της Ναζαρέτ, κατά την οποία ο Ιησούς αρχίζει τη δημόσια δραστηριότητά του. Δεν το κάνει με μια δημόσια διακήρυξη στην πλατεία του χωριού του, αλλά στη συναγωγή, εκεί που οι Ιουδαίοι συνάζονται κάθε Σάββατο για να ακούσουν τη Γραφή και κάτω από το φως της να ερμηνεύσουν το παρόν και το μέλλον τους και να προσευχηθούν. Κατά κάποιο τρόπο, επαναλάμβαναν αυτό που είχε γίνει στον καιρό του Νεεμία.
Στη Συναγωγή της Ναζαρέτ ο Ιησούς κλήθηκε να διαβάσει τη Γραφή και να τη σχολιάσει. Εκείνος διάλεξε ένα εδάφιο από τον προφήτη Ησαΐα και διάβασε:

"Το Πνεύμα του Κυρίου είναι πάνω μου.
Γι' αυτό και με έχρισε
να φέρω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς.
Με απέστειλε να κηρύξω
στους αιχμαλώτους την απελευθέρωση,
και την ανάβλεψη στους τυφλούς,
να στείλω τους καταπιεσμένους στην ελευθερία,
να κηρύξω το έτος της χάρης του Κυρίου".
Έκλεισε το βιβλίο και δεν προχώρησε στο να κάνει κάποιο σχόλιο ή να επιχειρήσει μια ηθικολογική ή μια ηθικοπλαστική ερμηνεία, δηλαδή τι πρέπει να κάνουμε για να είμαστε καλοί άνθρωποι, όπως έκαναν όλοι οι ραβίνοι στην εποχή του -και πολλοί ιεροκήρυκες κάνουν σήμερα- όπως συνηθιζόταν, αλλά, με μεγάλη αυτοπεποίθηση προσθέτει το ανήκουστο : «Σήμερα, η προφητεία που μόλις ακούσατε, βρίσκει την εκπλήρωσή της». Θέλοντας να πει, ότι αυτός που περιγράφει η Γραφή που ακούσατε, είμαι εγώ.

Ο Ιησούς, λοιπόν, για να εξηγήσει το ποιος είναι, δεν χρησιμοποιεί ωραία λόγια και ιδέες και έτσι να πείσει τους ακροατές να τον ακολουθήσουν, αλλά χρησιμοποιεί γι’αυτό το λόγο ένα αξιοσέβαστο κείμενο, του οποίου η αυθεντία είναι από όλους τους ακροατές του παραδεκτή και αδιαμφισβήτητη την Αγία Γραφή των Ιουδαίων, την Παλαιά Διαθήκη για μας. Συνάμα, ο Ιησούς υπογραμμίζει ότι είναι απόλυτα συντονισμένος με τις πιο βαθιές ρίζες και ελπίδες του Λαού. Περιγράφει και την αποστολή του να δείξει στους ανθρώπους ότι ο Θεός είναι ένας ευσπλαχνικός Πατέρας, και πως ο ίδιος είναι η προσωποποίηση αυτής της ευσπλαχνίας του Θεού μέσα στην ιστορία. Αυτή την τακτική ο Ιησούς ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Αργότερα και οι μαθητές του, για να εξηγήσουν στους ακροατές τους γιατί πίστεψαν ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, χρησιμοποίησαν τον ίδιο τρόπο.

Ιδού, λοιπόν, γιατί και εμείς διαβάζουμε την Παλαιά Διαθήκη, γιατί ο ίδιος ο Ιησούς τη χρησιμοποίησε για να εξηγήσει την ταυτότητά του και οι Απόστολοι στη συνέχεια για να εξηγήσουν το ποιος είναι ο Ιησούς και γιατί τον πίστεψαν.

Το σήμερα του Ιησού δεν έχει ένα συγκεκριμένο χρονολογικό προσδιορισμό, αγκαλιάζει όλο το χρόνο και το χώρο. Το «σήμερα» του Ιησού είναι ένα γεγονός που αγκαλιάζει το σήμερα του κάθε ανθρώπου που έρχεται σε επαφή μαζί Του και τον προσκαλεί να τον ασπασθεί.


A’ Κύκλος
28η Τακτική Κυριακή - (Λκ. 1,1-4; 4,14-22) Α



x