Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Α΄ Κύκλος - 25η Τακτική Κυριακή


Η δικαιοσύνη του Θεού είναι η γενναιοδωρία και η ανάγκη του αδύνατου

24 Σεπτεμβρίου 2017

Τρεις Κυριακές, τώρα, ακούμε τον Ιησού να διηγείται παραβολές στις οποίες παρουσιάζει τη Βασιλεία του Θεού ως ένα αμπέλι. Με τη σημερινή παραβολή  που διηγείται στους μαθητές του λίγο πριν μπει για τελευταία φορά στην Ιερουσαλήμ όπου θα αποκορυφωθεί η αποστολής του, θέλει να σκιαγραφήσει το νόημα της δικαιοσύνης  στη “Βασιλεία του Θεού”. Μιλάει για τα έργα ενός   αμπελουργού του οποίου η συμπεριφορά  έχει μερικές ιδιομορφίες, για τη στιγμή θα αναφέρουμε μόνο δύο: α) ότι μέχρι και την  τελευταία στιγμή της εργατικής ημέρας, λίγο πριν από τη δύση του ήλιου εκμισθώνει εργάτες για να εργαστούν στο αμπέλι του και β) ο τρόπος με τον οποίο στο τέλος της ημέρας τούς πληρώνει με τον ίδιο μισθό.  

Ανάγνωσμα από το κατά Ματθαίο Άγ. Ευαγγέλιο (Mτ 20, 1-16).

"Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με ένα οικοδεσπότη, ο οποίος βγήκε νωρίς το πρωί για να μισθώσει εργάτες για να εργασθούν στον αμπελώνα του. 'Όταν συμφώνησε με τους εργάτες να τους δώσει ένα δηνάριο την ημέρα, τους έστειλε στον αμπελώνα του. 'Όταν βγήκε κατά τις εννιά το πρωί, είδε άλλους εργάτες να στέκονται στην αγορά χωρίς δουλειά, και είπε και σ' αυτούς: "Πηγαίνετε κι εσείς στον αμπελώνα και ό,τι είναι δίκαιο θα σας το δώσω". Κι εκείνοι πήγαν. 'Όταν βγήκε πάλι κατά το μεσημέρι και κατά τις τρεις, έκαμε το ίδιο. Κατά τις πέντε, όταν βγήκε, βρήκε κι άλλους να στέκονται και τους λέει: "Γιατί στέκεστε εδώ όλη την ημέρα χωρίς δουλειά;" Του λένε: "Διότι κανένας δεν μας μίσθωσε". Τους λέει: "Πηγαίνετε κι εσείς στον αμπελώνα". 'Όταν βράδιασε, λέει ο κύριος του αμπελώνα στον επίτροπό του: "Κάλεσε τους εργάτες και δώσε τους το μισθό, αρχίζοντας από τους τελευταίους μέχρι τους πρώτους". Κι όταν πήγαν αυτοί που προσλήφθηκαν στις πέντε, πήραν από ένα δηνάριο. 'Όταν έφθασαν οι πρώτοι, νόμισαν ότι θα πάρουν παραπάνω. Και πήραν από ένα δηνάριο κι αυτοί. 'Όταν πληρώθηκαν άρχισαν να γογγύζουν εναντίον του οικοδεσπότη, λέγοντας: "Αυτοί οι τελευταίοι εργάσθηκαν μια ώρα και τους εξίσωσες με εμάς που βαστάξαμε το βάρος της ημέρας και τη ζέστη". Κι εκείνος, απαντώντας σε ένα απ' αυτούς, είπε: "Φίλε μου, δε σε αδικώ. Δε συμφώνησες μαζί μου για ένα δηνάριο; Πάρε ό,τι σου ανήκει και πήγαινε. Αλλά θέλω και σ' αυτόν τον τελευταίο να δώσω όσο και σε σένα. Μήπως δεν μου επιτρέπεται να κάμω ό,τι θέλω την περιουσία μου; 'Η μήπως το μάτι σου είναι πονηρό, επειδή εγώ είμαι καλός;".
Έτσι,  οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι. Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί ". 
Λόγος του Κυρίου

Ο Ιησούς στην παραβολή του λοιπόν, περιγράφει ένα αφεντικό που κατά  διαφορετικές ώρες της  ημέρας μισθώνει εργάτες να δουλέψουν στο αμπέλι του, αλλά έτσι όπως συμπεριφέρεται κάνει τον ακροατή  να υποψιαστεί ότι κάτι άλλο έχει στο μυαλό του. Ξεκινά, περιγράφοντας την καθημερινή εμπειρία του παζαρέματος του μεροκάματου, και της μίσθωσης εργατών από την αυγή. Με τους πρώτους   συμφωνεί  το ύψος του μεροκάματου. Μάλιστα,  σύμφωνα με τις συνήθειες τις εποχής, «το μεροκάματο» που συμφώνησε με τους εργάτες της πρώτης ώρας, ήταν πολύ παραπάνω από τα συνηθισμένα, ήταν γενναιόδωρο. Με τους άλλους λέει  “ό,τι είναι δίκαιο θα σας το δώσω”. Ιδιάζων  και ο τρόπος και το ποσό της πληρωμής στο τέλος της ημέρας: δίνει το ίδιο ποσό σε όλους τους εργάτες ανεξάρτητα από το χρόνο που δούλεψαν. Για τους πρώτους ήταν ο συμφωνημένος μισθός, για τους άλλους περισσότερο από ένας μισθός αντάξιος του μόχθου τους, ήταν ένα γενναιόδωρο  δώρο. Αυτό κάνει μερικούς εργάτες της πρώτης ώρας  να μιλήσουν για αδικία. 



Πράγματι, η λογική της δικαιοσύνης λέει ότι ο καθένας αξίζει ένα  μισθό ανάλογα με την εργασία και τις ώρες που κόπιασε. Μια τέτοια λογική δεν σωστή βέβαια αλλά δεν λαβαίνει υπόψιν της ότι και ο τελευταίος, που οι άλλοι τον αγνόησαν,  έχει την ίδια ανάγκη να φάει και η οικογένεια του, όπως και ο πρώτος. 

Το αφεντικό εξηγεί τη συμπεριφορά του: α) Δεν σου αφαίρεσα τίποτα, από όσα συμφωνήσαμε, β) Εγώ, ως αφεντικό και υπεύθυνος διαχειριστής της περιουσίας μου,  είμαι ελεύθερος να είμαι όχι μόνο δίκαιος, αλλά γενναιόδωρος και γ) « Ή μήπως το μάτι σου είναι πονηρό, επειδή εγώ είμαι καλός; ».

Το αφεντικό, λοιπόν, δεν αδικεί τον παραπονούμενο, ό,τι συμφώνησε το έδωσε. Η δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν καταπατήθηκε. Η συμπεριφορά του όμως δεν εμπνέεται από τη δικαιοσύνη, αλλά από τη συμπόνια για τους τελευταίους, τους αδύνατους. Το αφεντικό δεν ενέργησε ανταποδοτικά, αλλά με αγάπη και  ευσπλαχνία, για το κοινό καλό όσο και αν του κοστίζει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έτσι όπως ενέργησε, με βάση όχι το συμφέρον του, αλλά την αγάπη.  ενέργησε σε βάρος του.
Οι εργάτες της πρώτης ώρας δεν καταλαβαίνουν, λένε δεν είναι δίκαιο, γιατί βρίσκονται μπροστά σε κάτι το πρωτόγνωρο για τον κόσμο τους, την ΚΑΛΟΣΎΝΗ. Η καλοσύνη δεν περιορίζεται στο δίκαιο, πάει πολύ πιο μακριά. Ούτε και η αγάπη είναι δίκαιη, είναι κάτι πολύ παραπάνω, είναι υπέρβαση του ανθρώπινου, μπαίνει στο περιβάλλον του Θεού.  

Η παραβολή τονίζει ότι η αγάπη του Θεού δεν περιορίζεται στο ‘τόσο όσο’. Ευτυχώς, ο Θεός δεν είναι ένα αφεντικό, έστω και δίκαιο, και δεν μπαίνει στα στενά πλαίσια-όρια της αναλογικότητας, αλλά πάει πιο κει σε αυτό που λέει ο λαός “το αφεντικό τρελάθηκε”, από αγάπη και ευσπλαχνία είναι γενναιόδωρο και σπάταλο.

Η παραβολή ξεκαθαρίζει ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι ζήτημα ανταποδοτικής δικαιοσύνης, αλλά γενναιοδωρίας που πηγαίνει μέχρι εκεί που : «οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι".

Ο Θεός καλεί στη Βασιλεία του κάθε ώρα, τόσο εκείνον που πιστεύει ή δεν πιστεύει, όσο και εκείνον που πιστεύει με τον τρόπο του.  Το σημαντικό  είναι η απάντηση που θα δοθεί στην πρόσκληση και όχι το πότε ή από ποιόν θα δοθεί. Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι για τα “από κει”, “τα επέκεινα”, “το υπερπέραν”, αλλά είναι  η παρουσία του Θεού εδώ και τώρα μέσα στην ιστορία. Μία παρουσία που γίνεται αισθητή όταν η ανθρωπιά, η αγάπη, η ευσπλαχνία,  η γενναιοδωρία ανατρέπουν τις αξίες, τις ιεραρχίες και τις δομές που ο άνθρωπος έχει κατασκευάσει και κέντρο τον εαυτόν του και το συμφέρον του. Ο Θεός προτιμά τους ταπεινούς και τους αμαρτωλούς από τους αλαζόνες δίκαιους και τους υπεροπτικούς καθώς πρέπει, χωρίς να αδικεί τους εντάξει. Όποιος θέλει να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού πρέπει να αρχίσει με το να εγκαταλείψει τις προκαταλήψεις του, και να χαίρεται γιατί «οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι". 

Γιατί, στον καινούριο κόσμο της Βασιλείας του Θεού εκείνο που μετρά δεν είναι η στεγνή δικαιοσύνη, αλλά η χυμώδης αγάπη και γενναιοδωρία. Αυτός ο κόσμος δεν εμπνέεται από την αναλογικότητα,  αλλά από τη χαρά να βλέπεις τους άλλους να είναι και να έχουν ό,τι και όπως εσύ. Αλλά και να φοβάσαι μην τυχόν και γίνεις ένας πιστός, που του λείπει  η ανθρωπιά, η αγάπη, η ευσπλαχνία, η γενναιοδωρία. 

Η παραβολή του καλού πατέρα (ή ασώτου γιου) μπορεί κάλλιστα να λογιστεί ως ένα σχόλιο της σημερινής μας παραβολής. Και κλείνουμε με μια φράση του μακαριστού Καρδινάλιου Carlo Maria Martini) "Ενώ ο άνθρωπος σκέφτεται και ενεργεί με το τόσο όσο, ο Θεός σκέφτεται και δίνει τόσο που να περισσεύει".