Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

5η Κυριακή της Τεσσαρακοστής (Ιω 8, 1-11)


Η ασπλαχνία και η ευσπλαχνία :  Η μια απέναντι στην άλλη

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Οι ειδήσεις, ιδιαίτερα οι πικάντικες, τρέχουν γρήγορα και μαζεύουν κόσμο… τους έπιασαν... αυτός όμως το έσκασε, εντάξει, άνδρας είναι … η γυναίκα όμως; Στις νοοτροπίες της εποχής, εκείνη πάντα την πληρώνει. Τη φέρνουν, λοιπόν, και την αφήνουν μπροστά στον Ιησού :  «Διδάσκαλε, αυτή τη γυναίκα την έπιασαν επ’ αυτοφώρω να διαπράττει μοιχεία.  Ο Μωυσής, στο νόμο, μας έχει δώσει εντολή να λιθοβολούμε τέτοιου είδους γυναίκες. Εσύ τι γνώμη έχεις;». Ο σκοπός τους δεν ήταν η απόδοση δικαιοσύνης, θέλουν να δουν αν ο ξυλουργός από τη Ναζαρέτ που κάνει το Ραβί, θα αγνοήσει το νόμο του Μωυσή για χάρη της διδασκαλίας του ή όχι; Ο Φιλεύσπλαχνος Θεός, που διδάσκει, θα ξαναδώσει τη θέση του στον Θεό δίκαιο Τιμωρό;
Η σημερινή περικοπή είναι πραγματικά αυτό που λέμε :  χαράς ευαγγέλιο.

Ανάγνωσμα  από το κατα  Ιωάννη Ευαγγέλιο (Ιω 8, 1-11).

Ο Ιησούς πήγε στο όρος των Ελαιών. Αλλά πρωί πρωί γύρισε πάλι στο ναό, κι όλο το πλήθος ερχόταν κοντά του. Αυτός κάθισε και τους δίδασκε. Τότε οι δάσκαλοι του νόμου και οι Φαρισαίοι φέρνουν μια γυναίκα που την είχαν πιάσει να διαπράττει μοιχεία· την έβαλαν στη μέση και του είπαν: «Διδάσκαλε, αυτή τη γυναίκα την έπιασαν επ’ αυτοφώρω να διαπράττει μοιχεία. Ο Μωυσής στο νόμο μάς έχει δώσει εντολή να λιθοβολούμε τέτοιου είδους γυναίκες. Εσύ τι γνώμη έχεις;» Αυτό το ’λεγαν για να του στήσουν παγίδα, ώστε να βρουν κάποια κατηγορία εναντίον του. Ο Ιησούς τότε έσκυψε κάτω και με το δάχτυλο έγραφε στο χώμα. Καθώς όμως επέμεναν να τον ρωτούν, σηκώθηκε πάνω και τους είπε: «Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος πέτρα πάνω της». Κι έσκυψε πάλι κάτω κι έγραφε στο χώμα. Αυτοί όμως, όταν άκουσαν την απάντηση, άρχισαν με πρώτους τους γεροντότερους να φεύγουν ένας ένας, μέχρι και τον τελευταίο· κι έμεινε μόνος ο Ιησούς και η γυναίκα στη μέση. Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ιησούς και τη ρώτησε: «Γυναίκα, πού είναι οι κατήγοροι σου; Κανένας δε σε καταδίκασε;» «Κανένας, Κύριε», απάντησε εκείνη. «Ούτε εγώ σε καταδικάζω», της είπε ο Ιησούς· «πήγαινε, κι από ’δω και πέρα μην αμαρτάνεις πια».

Λόγος του Κυρίου

Ο Ιησούς διακριτικότατα σωπαίνει. Σκύβει και αρχίζει να κάνει ορνιθοσκαλίσματα στο έδαφος. Κάνοντας αυτό ο Ιησούς δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται για νομοθεσίες και  απόδοση  ευθυνών. Ενδιαφέρεται για  τους ανθρώπους και  γι’ αυτό παίρνει το χρόνο του, τους δίνει καιρό να σκεφτούν τα λεγόμενά τους. Ας σημειωθεί ότι ο εβραϊκός θεσμός του λιθοβολισμού, προβλέπει ότι την πρώτη πέτρα πρέπει να τη ρίξουν οι αυτόπτες μάρτυρες και έτσι να αναλάβουν την ευθύνη της καταδίκης. Δεν αλλάζουν γνώμη και επιμένουν και ο Ιησούς τους βάζει με τη σειρά του μπροστά στις ευθύνες, αλλάζοντας τη νομοθεσία που προαναφέραμε και τους λέει: «Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος την πέτρα».


Με αυτή του την πρόταση ο Ιησούς δεν θέλει να πει : «Εσύ που είσαι αμαρτωλός πώς μπορείς να κρίνεις τους άλλους, ποιος νομίζεις ότι είσαι;». Αν αυτό ήταν το νόημα της πρότασής του, θα απαξίωνε όλα τα δικαστήρια. Πράγματι, το δικαστήριο και η απονομή δικαιοσύνης δεν βασίζεται στην τιμιότητα του δικαστή, αλλά στο κατά πόσο εφαρμόζει το νόμο σωστά.
Εκείνο που λέει είναι: « Εντάξει, έσφαλε και την πιάσατε επ’ αυτοφώρω. Αυτό προβλέπει ο νόμος. Όποιος λοιπόν, εν συνειδήσει, είναι πεπεισμένος ότι με ένα λιθοβολισμό ή και περισσότερους, το κακό που την οδήγησε στη μοιχεία θα εξαλειφθεί από την κοινωνία και από τον καθένα, ας αρχίσει».
Ο Ιησούς δεν διαιρεί τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, σε αθώους και ενόχους, δεν γίνεται συνένοχος της μοιχαλίδας, ούτε και συνεργός των κατηγόρων, και δεν κάνει τους άλλους να αισθανθούν ένοχοι, προκειμένου να υπερασπίσει τη γυναίκα. Θέλει να προσεγγίσει και τους Φαρισαίους και να τους κάνει να σκεφτούν, γιατί όπως και να έχει το ζήτημα, και αυτοί ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και την εφαρμογή του νόμου.
Η καρδιά του ανθρώπου δεν αλλάζει από το φόβο. Πρέπει να υπάρξει ένας άλλος τρόπος για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η ρίζα  του  προβλήματος, το κακό. Σα να τους λέει «Μήπως νομίζετε ότι καταδικάζοντας την αμαρτωλή εξαλείφεται το κακό, ή λιγοστεύει η παρουσία του στον κόσμο,  ή  μήπως με αυτό τον τρόπο εσείς γίνεστε καλύτεροι;».
Πράγματι οι θανατικές ποινές και οι διάφορες τιμωρίες δεν βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, και αυτό είναι τόσο αληθινό μιας και τόσα κακά που  τιμωρούνται με θανατική ποινή, ή άλλες ποινές, συνεχίζουν να υπάρχουν.
Με τον τρόπο του ο Ιησούς δείχνει, ότι ο νόμος δόθηκε ως βοήθεια, για να δώσει ένα προσανατολισμό, δεν αποβλέπει να ξεχωρίσει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, αλλά είναι μια συμβουλή που δείχνει το δρόμο  προς την καλοσύνη. Το κακό είναι ότι ο νόμος καταγγέλλει την αμαρτία και υποδεικνύει τον αμαρτωλό, τον ένοχο, αλλά δε σώζει τον αμαρτωλό από την αμαρτία.
Ο Ιησούς θέλει να δώσει και μια ευκαιρία, τόσο στους Φαρισαίους όσο και στη γυναίκα.  Σκύβει και πάλι, συνεχίζει τα ορνιθοσκαλίσματα στο χώμα, τους αφήνει καιρό, ηρεμία και νηφαλιότητα, να σκεφτούν. Και το σκέφτηκαν καλύτερα.
Για να διορθωθούν τα πράγματα  χρειάζεται η θεία Ευσπλαχνία της συγγνώμης.
Όλοι έφυγαν, τη ρωτά «Γυναίκα, πού είναι οι κατήγοροί σου; Κανένας δε σε καταδίκασε;» «Κανένας, Κύριε», απάντησε εκείνη. «Ούτε εγώ σε καταδικάζω», της είπε ο Ιησούς, «πήγαινε, κι από ’δω και πέρα μην αμαρτάνεις πια». Ο Ιησούς  δε νομιμοποιεί τη μοιχεία, ούτε σμικρύνει τη βαρύτητά της, θέλει, όμως, να σώσει την αμαρτωλή. Να την κάνει να σκεφτεί, να καταλάβει την αξιοπρέπειά της. Της προσφέρει τη θεϊκή συγγνώμη να την προικίσει με μια νέα προσωπικότητα, μια νέα προοπτική, να γίνει κάθαρση της μνήμης, δηλαδή στη θέση της αρνητικής πράξης της μοιχείας, να βάλει μια νέα θετική πράξη που να είναι ικανή να αλλάξει τη ζωή του ανθρώπου. Να προστατέψει την αξιοπρέπειά της.
Την αποκαλεί «γυναίκα», όπως η Γραφή ευθύς εξαρχής την ονομάζει, θέλοντας να δείξει ποια είναι η ουσία της ύπαρξής της, την είχε αποκαλέσει όταν την έπλασε, όπως εκείνος αποκαλούσε την μάννα του στο γάμο της Κανά και πάνω από το Σταυρό. Ο Ιησούς όταν της είπε  «πήγαινε, κι από ’δω και πέρα μην αμαρτάνεις πια», της εμπιστεύεται το μέλλον της.
Η συμπεριφορά του Ιησού είναι ακόμη μια έμπρακτη εξήγηση της λογικής της Βασιλείας του Θεού, που ο Ιησούς εγκαινίασε. Είναι η λογική της εγκατάλειψης της παλιάς λογικής (αντίληψης) ότι η τάξη και η δικαιοσύνη αποκαθίστανται με τη βία, την επιβολή, τις παραδειγματικές τιμωρίες και την περιθωριοποίηση εκείνου που σφάλει. Η Βασιλεία του Θεού με το μήνυμα της αγάπης, κάνει να φανούν οι αντιφάσεις των παλαιών δομών. Πόσοι νόμοι στο παρελθόν εκλαμβανόταν ως η τελευταία λέξη της δικαιοσύνης και με τον καιρό αποδείχθηκαν το αντίθετο. Και ανθρώπινη δικαιοσύνη σήμαινε πάντοτε εφαρμογή του νόμου. Εφιστά την προσοχή του μαθητή του Χριστού να παίρνει τους νόμους γι’ αυτό που είναι, δείκτες που δείχνουν μια κατεύθυνση. Ο μαθητής του Χριστού, όμως, καλείται να αναζητά συνέχεια καινούργιους τρόπους ανθρώπινης συμβίωσης, οι οποίοι να ανταποκρίνονται όλο και καλύτερα στη χριστιανική αγάπη.
Και σε μας,  ο Θεός που μας συμπονά, μας εμπιστεύεται το μέλλον και μας δίνει τον καιρό για να αλλάξουμε νοοτροπία, για να «κλείσουμε» με το κακό και να ανοιχτούμε στους  ωραίους και φωτεινούς ορίζοντες του καλού.  Αυτό είναι και το Πάσχα.